διαφυλάττω


διαφυλάττω
[диафилатго] р. сохранять, беречь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαφυλάττω" в других словарях:

  • διαφυλάττω — διαφυλάσσω watch closely pres subj act 1st sg (attic) διαφυλάσσω watch closely pres ind act 1st sg (attic) διαφυλάσσω watch closely pres subj act 1st sg (attic) διαφυλάσσω watch closely pres ind act 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερύω — (I) ἐρύω, ιων. τ. εἰρύω, δωρ. τ. Fερύω (Α) 1. τραβώ, σύρω στο έδαφος, γενικά με την έννοια τής ορμής και σφοδρότητας («νῆα ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε» θα σύρουμε το πλοίο στην ξηρά, Ομ. Οδ.) 2. σύρω κάποιον διά τής βίας («ἐρυσαν τέ μιν εἴσω κουρίξ» τόν… …   Dictionary of Greek

  • περιφείδομαι — Α 1. δείχνω φειδώ και περισώζω ή διασώζω κάτι 2. προσέχω, αποφεύγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + φείδομαι «προσέχω, διαφυλάττω»] …   Dictionary of Greek

  • τηρώ — (I) τηρῶ, έω, ΝΜΑ διατηρώ, διαφυλάττω, κρατώ απαραβίαστο (α. «τηρώ τους νόμους» β. «τηρώ τον λόγο μου» γ. «δεῑ τὴν παρθένον πρὸ τοῡ σώματος μάλιστα τηρεῑν τὴν ψυχήν», Βασ. δ. «τὴν πίστιν τετήρηκα», ΚΔ) νεοελλ. εκτελώ ορισμένη υπηρεσία ή εργασία… …   Dictionary of Greek

  • ԱՄՐԱՑՈՒՑԱՆԵՄ — (ցուցի.) NBH 1 0076 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 8c, 10c, 12c ն. ὁχυρόω, προσοχυρόω, κατισχύω , περιφράσσω, στερεόω, διαφυλάττω, κατακρύπτω munio, fortifico, firmo, roboro, cicumsepio, custodio, abscondo Տալ ամրանալ. ամրութեամբ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԶԳՈՒՇԱՆԱՄ — (ացայ, ցի՛ր.) NBH 1 0728 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c չ. Բցռ. խնդր. προσέχω, εὑλαβέομαι , διατηρέω, φυλάττω, ομαι, διαφυλάττω attendo, caveo, observo, custodio Զգոյշ լինել. զգոյշ կալ. պահել… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՊԱՀԵՄ — (եցի, եա՛.) NBH 2 0587 Chronological Sequence: Early classical, 5c, 6c, 12c ն. (ʼի բառէս Պահ.) φυλάσσω, ττω, ἑπιφυλάττω , διαφυλάττω custodio φρουρέω praesidio teneo τηρέω, διατηρέω, σωτηρέω servo, observo, conservo σκεπάζω tego, operio συνέχω… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • διατηρώ — διατήρησα, διατηρήθηκα, διατηρημένος 1. συντηρώ κάτι: Διατηρεί το σπίτι σε πολύ καλή κατάσταση. 2. διαφυλάττω: Διατήρησε τις αρχές του σε όλη του τη ζωή. 3. διατηρούμαι, συντηρούμε σε καλή κατάσταση: Διατηρείται καλά για την ηλικία του. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)